Showing posts with label Greece. Show all posts
Showing posts with label Greece. Show all posts

Sunday, August 23, 2026

γκρίνια και μιζέρια

 

Piero di Cosimo, Liberazione di Andromeda (1510)

Στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά κάθε πράγματος. Όλοι ξέρουν το τι δε γίνεται και, ικανοποιημένοι με την απαισιόδοξη γνώμη τους, κατηγορούν κάθε άνθρωπο που έχει δράση και προσπαθεί να κάνει κάτι τι.
Υπάρχουν και οι τρελοί που παίρνουν στα σοβαρά την Ελλάδα και αγνοούν τις απαισιόδοξες γνώμες και φτάνουν στο αδύνατο και στο ακατόρθωτο, χάνοντας την εκτίμηση των απαισιόδοξων και αυτών που γνωρίζουν τα πάντα. 

Γιάννης Τσαρούχης (Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, 1989)

Sunday, June 21, 2026

όλα τα πήρε το καλοκαίρι

 



 
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα.
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.
 
Οδυσσέας Ελύτης [τα ρω του έρωτα, 1972]  
 
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι - Ελευθερία Αρβανιτάκη
 
 
 

Tuesday, August 19, 2025

στη θάλασσα



Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί

Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα


Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή

Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ

Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ


Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό

και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα (1971)

 

Wednesday, August 14, 2024

στη χώρα των ονείρων

 

Μετά την ψυχική δοκιμασία της Αυγουστιάτικης πυρκαγιάς της Αττικής χρειαζόμασταν μια ανάσα αισιοδοξίας και δροσιάς. Τη βρήκαμε στη θαυμάσια έκθεση φωτογραφίας "Στη χώρα των ονείρων" του Αμερικανού φιλέλληνα Robert McCabe, που απεικονίζουν την Ελλάδα του 1950 και 1960. 

Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι το πρόσφατο ή μακρινό παρελθόν ήταν καλύτερο στα πάντα συγκριτικά με το σήμερα, το γεμάτο άγχος (τεχνητό και φυσικό), ρύπανση (εξωτερική και εσωτερική) και αποξένωση. Όχι, δεν πιστεύω ότι το παρελθόν ήταν παράδεισος και το παρόν είναι κόλαση. 

Ωστόσο οι φωτογραφίες του Ρόμπερτ Μακέιμπ εκπέμπουν μια παιδική αθωότητα και αφέλεια, από μικρούς και μεγάλους πρωταγωνιστές, που σπάνια συναντάς στις μέρες μας. Η λιτότητα, που συνήθως είναι μάλλον φτώχεια και ανέχεια, διαποτίζει τα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Είναι όμως μια λιτότητα και φτώχεια ανέμελη και γεμάτη αξιοπρέπεια και, ναι, ακόμη και γεμάτη χαρά! 

Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της έκθεσης είναι η ανθρώπινη τρυφερότητα, που είναι παρηγοριά και χάδι για τα χορτάτα από πλούτο, πληθώρα και επίδειξη (υλική και άυλη) μάτια μας. Να τη δείτε αυτήν την έκθεση. Να τη ρουφήξετε. 














Wednesday, November 23, 2022

Ελιά και Αθήνα

 

Το μάζεμα των ελαιών - Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (1933)

Ο μύθος για τον αγώνα Αθηνάς και Ποσειδώνα για την προστασία και την ονομασία της Αθήνας μάλλον είναι προελληνικός (πελασγικός). Βασιλιάς της Αθήνας ήταν ο Κέκροπας. Οι αντίπαλοι ανέβηκαν πάνω στο βράχο της Ακρόπολης, όπου ήρθαν και οι άλλοι δέκα θεοί από τον Όλυμπο για να κάνουν τον δικαστή στη διαφωνία των δυο θεών, ενώ ο Κέκροπας συμμετείχε ως μάρτυρας.

Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας, στάθηκε στη μέση του βράχου και με την τρίαινα του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος. Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού που σχημάτισε μια μικρή λίμνη που την ονόμασαν "Ερεχθηίδα θάλασσα".

Μετά ήρθε η σειρά της Αθηνάς να παρουσιάσει το δώρο της και φύτεψε μια ελιά πάνω στον βράχο, που ξεπετάχτηκε γεμάτη καρπό. Κατόπιν ο Δίας κήρυξε το τέλος του αγώνα και ζήτησε στους άλλους θεούς να κρίνουν σε ποιον από τους δυο θεούς να δοθεί η πόλη. Παράλληλα ζήτησαν και τη γνώμη του Κέκροπα. Αυτός έριξε μια ματιά γύρω, αλλά όπου να γύριζε, τα μάτια του αντίκριζαν αλμυρό νερό, τις θάλασσες που από παντού έζωναν τη χώρα. Το δέντρο όμως που χάρισε η Αθηνά, ήταν το πρώτο που φύτρωσε σε όλη τη χώρα και ήταν συνάμα για την πόλη η υπόσχεση για δόξα και ευτυχία. Γι' αυτό ο Κέκροπας θεώρησε πως το δώρο της Αθηνάς ήταν πιο χρήσιμο και έτσι της δόθηκε η κυριαρχία της πόλης. 

Για την αθηναϊκή προέλευση της ελιάς μιλούν ο Παυσανίας, ο Ηρόδοτος, ο Κλαύδιος Αιλιανός και ο Σοφοκλής.

Monday, March 15, 2021

Καθαρή Δευτέρα


 

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες».

Μια μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Αλλ’ ήρθα λίγο λίγο στον εαυτό μου, πείστηκα ότι δεν ήταν ψέμα κι ότι αληθινά εκείνο το φως κι εκείνες οι αργυρόχρυσες ακτίνες πόμπαιναν από τις χαραμάδες των κλεισμένων παραθυριών του δωματίου μου ήταν της Καθαρής Δευτέρας. Θυμήθηκα περίλυπος ότι την περασμένη βραδιά είχαμε τυρινή αποκριά. Θυμήθηκα ότι είχαμε φάει κουλιάστρα, αυγά, τηγανισμένα, τυρί, ομορφοφκιασμένη αυγοτυρόπιτα, ψάρια, χέλια και θυμήθηκα ότι ύστερα απ’ το δείπνο είχαμε τραγουδήσει και χορέψει…

Όλα αυτά τα’ αναθυμήματα περνούσαν απ’ τη φαντασία μου σαν εικόνες φωτόλουστες, χαρωπές, όμορφες, γεμάτες τέρψη και ευθυμία, η μία πίσω από την άλλη, σαν κύμα που διδάχεται το κύμα, αλλ’ η Καθαρή Δευτέρα, γριά ψηλή, σεμνή, ασπροντυμένη και κατακάθαρη, σκυθρωπή, μ’ αυστηρό πρόσωπο και κάτασπρο φακιόλι, παρουσιάστηκε στη στιγμή μπροστά μου και μόσβησε όλες εκείνες τις όμορφες τερπνές εικόνες και με φοβέριζε μ’ ένα μακρύ ραβδί που κρατούσε στα χέρια της, απαράλλαχτη όπως μου την είχε παραστήσει η μάνα μου άλλες χρονιές, όταν ήθελα να φάγω πίτα ανήμερα.

– Πεινώ μάνα! Είπα της μάνας μου που συγύριζε το μαγειρειό. 

– Άνοιξε την άρκλα, μου είπε και πάρε ψωμάκι και φάε!

– Δεν έχεις τίποτε προσφάγι; ρώτησα με δακρυσμένα μάτια. 

– Σήμερα παιδί μου προσφάγι; μου απολογήθηκε εκείνη, σαν να παραξενευόταν που της ζητούσα προσφάγι. Προσφάγι τρήμερο μέρα;

– Αλλά δεν τρων σήμερα τίποτε άλλο εξόν από ψωμί ξερό; την ξαναρώτησα απελπισμένα.

– Τίποτε, τίποτε! μου απολογήθηκε εκείνη αποφασιστικά. 

– Κανένα σύκο, καμιά σταφίδα να φάγω για προσφάγι;

 – Σύκο, σταφίδα, τι λές μοναχέ μ’ κι ακριβέ μ’;

– Σήμερα τρήμερο Καθαροδευτέρα, σύκα και σταφίδες; Μόνο την Τετάρτη, ύστερα από δυο μέρες κάνει να φάμε σύκα και σταφίδες. Σήμερα κι αύριο καλά καλά δεν κάνει να φάμε ούτε ψωμί! Αλλά εσάς τα παιδιά σας το σχωρνάει ο Θεός αν φάτε ψωμί, αλλά μονάχα ψωμί και νερό και τίποτε, τίποτε άλλο!

– Πώς να κάνω, της είπα που εγώ θέλω και προσφάγι; Ελιές δεν κάνει να φάω;

 – Μπα! μπα! μπα! Ξεφώνισε. Φτύσε γρήγορα μη μαγαρίσεις το στόμα σου και με τ' ανάβαλμά τους μόνο. Το λάδι δε βγαίνει απ’ τις ελιές; Κι αναφέροντας τις λέξεις «λάδι» κι «ελιές» έφτυσε, για να ξεπλύνη το στόμα της να μη μαγαρίση.

– Πώς να κάνω της ξαναείπα,που δεν μπορώ να φάω χωρίς προσφάγι;

Κι αυτή κάνοντας πως θυμήθηκε κάτι, μου είπε για να με ξεφορτωθεί:

– Αν θέλεις καλά και σώνει προσφάγι, να πας στην πλαγιά να βρης περδικαύγα στις περδικοφωλιές να φας. 

Κι αναφέροντας τα περικαυγά ξανάφτυσε.

– Και τρων περδικαύγα μάνα; τη ρώτησα σαν να μην το πίστευα.

– Τρων, μου είπε. Όσα περδικαύγα (ξανάφτυσε πάλι) βρης, να μου τα φέρεις να στα ψήσω να τα φας.

– Δεν τα θέλω ψημένα. Τα θέλω τηγανισμένα.

– Μόνο ψημένα κάνει, γιατί τα τηγανισμένα θέλουν και αρτυμή… βούτυρο.

– Φτου! Φτου! Με κόλασες, γιε μου, σήμερα!

– Ας είναι και ψημένα… είπα με χριστιανική συγκατάβαση. Αλλ’ είναι νόστιμα τα περδικαύγα σαν τα κοτίσια;

– Και καλύτερα ακόμη.

– Δεν μου το’ λεγες λοιπόν από το πρωί, αλλά μ’ άφηνες να τυρρανιέμαι;

Και λέγοντας αυτά, ρούπησα σαν ελάφι έξω από τον αυλόγυρο. Στην αρχή σκέφτηκα να πάω στην πλαγιά μόνος μου. Αλλά δεν μου ’ρχόταν καλά. Ήθελα συντροφιά. Ήθελα να ’χω μαζί μου και τον αχώριστο φίλο μου τον Γιάννη. Σιμώνω στον αυλόγυρό του και του φωνάζω:

– Γιάννη! Γιάννη!

– Όρσε! μου απολογήθηκε εκείνος με ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι.

– Έλα γρήγορα που σου λέω. Του πρόσταξα.

Βγήκε ο Γιάννης στον δρόμο, δαγκώνοντας ξέκαρδα το ξερό ψωμοκόμματο, σαν να ήταν ζυμωμένο μ’ αγκάθια.

– Τι με θέλεις; Μου ξαναείπε βγαίνοντας.

– Άφησε το ψωμί, του είπα σοβαρά, κι άιντε μας να πάμε πλαγινά να μαζέψουμε περδικαύγα.

– Τι να τα κάνωμε τα περδικαύγα; Με ρώτησε εκείνος.

– Τι να τα κάνωμε; του είπα. Να τα φάμε!

– Και τρων αυγά τώρα το μεγαλοσαράκοστο; με ρώτησε δισταχτικά πάλι εκείνος.

– Δεν τρων κοτίσια αυγά, του είπα. Μου το’ πε η μάνα μου!

Η μάνα μου ήταν η πολύξερη του χωριού μας  και πολλών άλλων χωριών τριγύρω μας, ας μην ήξερε ούτε την αλφαβήτα… Όλα τα’ άλλα τά ‘ξερε καλύτερα από κάθε άλλη γυναίκα, κι απ’τους πλειότερους άντρες ακόμα… Ήξερε τις γιορτές, ποιες είναι οι βαριές και ποιες οι αλαφριές, καθώς και ποιες κάνουν και τα γαϊδούρια σκόλη. Ήξερε να ζυγιάζη, ήξερε τις δρύμες, πότε αρχίζουν και πότε τελειώνουν. Ήξερε πότε είναι η χάση και πότε είναι η πιἀση του φεγγαριού. Ήξερε πότε ήταν δισεχτιά και είχε ο Φλεβάρης εικοσιεννιά μέρες και πότε εικοσιοχτώ. Ήξερε ποια τετραδοπαρασκευή αρταίνονται και ποια σαρακοστεύουν. Ήξερε πότε ανοίγει το Τριώδι και πότε είναι η μεγάλη Πασκαλιά, λογαριάζοντας τη γιόμωση του φεγγαριού, και ποιοι μήνες έχουν τριάντα και ποιοι τριάντα μια. Ήξερε τέλος πάντων πολλά κι άμα τα’ἀκουσε ο φίκλος μου ο Γιάννης ότι το ‘χε πει η μάνα μου ότι τρων περδικαύγα την Καθαροδευτέρα, θυμήθηκε ότι του το ‘χε πει κι η μάνα του το πρωί, αλλά δεν το πίστεψε, νομίζοντας ότι τον γελούσε. Πέταξε λοιπόν αμέσως το ψωμοκόμματο απ’ τα χέρια του στις κότες πόβοσκαν στη χλόη γύρα μας κι έτρεξε μαζί μου για περδικαύγα.

Πήραμε ίσια τα πλάγια, πότε εγώ μπροστά κι αυτός πίσω και πότε πίσω εγώ και μπροστά αυτός. Εδώ νας βρούμε περδικοφωλιές με περδικαύγα, εκεί να βρούμε, τρέξε δεξιά, τρέξε ζερβιά, τρέξε ίσια πάνω και τρέξε ίσια κάτω, μέσα στα βράχια και στους γκρεμούς, στις γούβες και στις σπηλιές στα κράκουρα και στις νεροσυρμές, παντού στους γνώριμους τόπους του χωριού μας, βγάλαμε αλεπούδες από τις τρύπες τους, λαγούς από τις σμούλες τους, προντίσαμε γεράκια απ’τα προσήλια τους, περδίκια απ’ τις βοσκές τους αλλά περδικοφωλιές και περδικαύγα πουθενά!

Ψάξαμε όλη τη μέρα χωρίς να βρούμε τίποτε! Μήπως μας είχαν γελάσει οι μάνες μας; Αλλά γιατί να μας γελάσουν; Προπάντων η μάνα δε λέει ποτέ ψέματα κι οι ορμήνειες που μόδινε συχνά ήταν: «μη κλέψης, φονέψης, μη ψευδομαρτυρήσεις.»

Γυρίζοντας, γυρίζοντας όλη μέρα, ψάχνοντας εδώ κι εκεί βρεθήκαμε βασίλεμα ηλιού σε μια βαθιά λακιά, που είχαμε ένα φοβερό ανήφορο να κάνωμε για ν’ ανεβούμε στο χωριό. Αλλά τα ποδάρια μας ήταν κομμένα από την κούραση κι από την πείνα. Και τι πείνα! Πείνα με δόντια, που ρουφούσε τα σπλάγχνα μας. Για ένα κομμάτι ψωμί όχι σταρίσιο αλλά και αραποσίτικο αλλά και καλαμποκίσιο αλλά και κεχρίσιο ακόμα έδινα δεν ξέρω τι. Προσφάγι; Τυρί, αυγά, γάλα, ψάρια, κρέας… δεν περνούσαν καθόλου τότε απ’ το νου μας. Ψωμί , ψωμί να λέγονταν κι ας ήταν ό,τι. Πώς να βγάλωμε όμως τον ανήφορο και να φτάσωμε στο χωριό το γληγορότερο για να φάμε; Ιδού το μέγα ζήτημα! Δοκιμάσαμε να ανηφορέσωμε αλλά τα ποδάρια μας έκαναν προς τα πίσω κι όχι προς τα εμπρός. Έτσι, θέλοντας και μη, αποφασίσαμε να μείνουμε μέσα στη λακιά, ένα τέταρτο της ώρας μακριά από το χωριό. Τι να κάναμε; Να φωνάζαμε απ’ εκεί μέσα; Θα ήταν στα χαμένα… Δεν θα μπορούσε να μας ακούσει κανείς γιατί ερχόταν σαν απίκουπα το χωριό κι οι πιστικοί που θα μπορούσαν να ‘ναι εκεί γύρα, είχαν συμμαζευτεί με την ώρα τους στο χωριό. Δε συλλογιόμαστε την κακομοιριά μας που κιντυνεύαμε να κοιμηθούμε έξω Φλεβάρη μήνα, αλλ’ είχαμε και τη συλλογή του δασκάλου μας του φοβερού και τρομερού παπα-Αντριά, που θα μας ρήμαζε στις βεργιές, αν τύχαινε να ‘ρθη εκείνο το βράδυ στο χωριό και δε μας έβρισκε εκεί. Θα το θεωρούσε αυτό μεγάλη αταξία. Μη μπορώντας όμως να κάνωμε άλλο τίποτε, μαζευτήκαμε σε μιαν απόγωνη σμούλα να περάσωμε εκεί τη νύχτα! Αν είχαμε σπίρτα ή πυροβολκιά, μπορούσαμε να ανάψωμε φωτιά, αλλά πού σπίρτα! Αρχίσαμε να κρυώνωμε. Δοκιμάζω να ψάξω στις τσέπες μου μη βρω κανένα σπίρτο. Ένα σπίρτο έσωζε δύο ζωές εκείνη τη βραδιά! Ψάχνω ψάχνω… Δόξα τω θεώ. Βρίσκω δυο τρία σπίρτα!

– Σπίρτα, Γιάννη! Φωνάζω και στη στιγμή κατορθώσαμε κουτσά κουτσά να μάσωμε στα σκοτεινά μερικά φύλλα και ξερόκλαδα κι ανάψαμε φωτιά! Δόξα σοι ο μεγαλοδύναμος που μας λεημονήθηκε! Και θα ζεσταινόμαστε και τα ισκιώματα και τα κάθε λογής δαιμονικά δε θα ‘χαν ανάκρα να μας ζυγώσουν! Αν είχαμε και κανένα κομμάτι θυμίαμα ή κανένα σπυρί αλάτι, θα ήταν ακόμα καλύτερα για τα δαιμονικά, τις νεράιδες και τις ξωτικές αλλά δεν είχαμε. Η φωτιά μας φάνηκε σαν καλός σύντροφος. Πήραμε θάρρος κι αρχίσαμε να ξεχνούμε λιγάκι την πείνα κι εκεί που γλυκοπυρωνόμαστε ναρκωμένοι από την κούραση και από την πείνα, ακούμε να φωνάζουν τα ονόματά μας από τη ράχη, αλλά εμείς δεν είχαμε δύναμη ν’ απολογηθούμε και να δώσουμε να καταλάβουν που βρισκόμαστε για να ‘ρθουν να μας σηκώσουν.

Εκεί που καθόμαστε απελπισμένοι και βλέπαμε να μαυρίζη και να αγριεύη πλειότερο η νύχτα, να σου ακούμε πολύ κοντά μας, σαν είδος απολογίας σ’ εκείνους που μας φώναζαν, ένα δυνατό γκάρισμα γαϊδουριού. Γκάααααρρρρ! Μάλιστα το γνωρίσαμε κι από τη γκαριξιά τίνος γαϊδούρι ήταν. 

Πιο χαρμόσυνο άγγελμα δε θα μπορούσε να μας γένη σε κείνες τις απελπιστικές στιγμές. Μας φάνηκε γλυκότερο κι από λάλημα αηδονιού εκείνο το γκάρισμα. Ήταν γκάρισμα γεμάτο ελπίδα και χαρά για μας τους αποκαμωμένους και καταπεινασμένους! Βάλαμε την τελευταία μας δύναμη για να μπορέσουμε να πάμε κοντά του. Το βρήκαμε ξεσαμάρωτο και ξεκαπίστρωτο αλλά δε μας πείραζε αυτό. Το καπιστρώσαμε αμέσως με τα ζωνάρια μας και το καβαλικέψαμε, εγώ μπροστά κι ο Γιάννης πίσω και ξεκινήσαμε τον ανήφορο για το χωριό. Προχωρούσαμε αγάλια αγάλια κι άναργα λαναργα και σε μια ώρα και πλειότερο φτάσαμε στα πρόθυρα του χωριού. Το χωριό ήταν άνω κάτω για το χαμό μας κι ο ζευγίτης ρωτούσε τον πιστικό κι ο πιστικός το ζευγίτη αν είχαμε φανεί πουθενά. Κοντά στις μάνες μας και στους δικούς μας που στενοχωριόνταν κι έκλαιγαν για μάς κι έτρεχαν  απ’ εδώ κι απ’ εκεί στενοχωριόνταν κι η γειτόνισσά μας για το χαμένο της το γαϊδούρι μην της το φάει τη νύχτα κανένας λύκος. Το γαϊδούρι μπαίνοντας στο χωριό άρχισε να γκαρίζη χαρούμενα και μια τσιούπρα που μας πρωτόειδε στα σκοτάδια και μας γνώρισε, έτρεξε να το πεί στα σπίτια μας για να πάρη σχαρίκια. Σε μια στιγμή και πριν φτάσωμε στο μεσοχώρι, έτρεξε όλο το χωριό μ’ αναμμένα δαδιά και μας ρωτούσαν με περιέργεια πως είχαμε χαθεί. Αλλά οι πλειότεροι είχαν την ιδέα πως μας είχαν πάρει ξωτικιές ή νεράιδες και μας άφηκαν γιατί ήμαστε μικρά ακόμα. Μέσα σ’ εκείνη την αναμπομπούλα ένιωσα ότι μ’ είχε αρπάξει κάποιος στη αγκαλιά του κι έχασα από κάτω μου το γάιδαρο που με κουβαλούσε. Ήταν η μάνα μου, που με φιλούσε κλαίγοντας και ρωτώντας.

– Τι μόγινες σήμερα μονάκριβέ μου;

– Είχαμε πάει για περδικαύγα με το Γιάννη.

– Χαλασιά μου και φορτούνα μου παιδάκι μου, τι πήγα να σου κάνω σήμερα η στρίγγλα, εγώ.

Είχαμε μπεί πια στην αυλή του σπιτιού μας.

– Ψωμί, ψωμί, φώναξα μ’ αδυνατισμένη φωνή.

– Ψωμή, μωρή. Φώναξε κι η μάνα μου στην αδερφή μου.

– Ψωμί γρήγορα, γιατί μας λιγώθηκε το παιδί απ’ την πείνα!

Και πριν μπούμε ακόμα στο σπίτι, μου παρουσίασε έναν κόμματο ψωμί η αδερφή μου.

Άρχισα να το καταπίνω. Νόμιζα πως ήταν ζυμωμένο με μέλι. Τόσο γλυκό μου φαινόταν!

Όταν άνοιξα τα μάτια, που μου τα ’χε κλεισμένα η πείνα, είπα στη μάνα μου.

– Μάνα… με μέλι το ‘χεις ζυμωμένο σήμερα το ψωμί;

– Όχι παιδί μου.

– Τότε γιατί είναι έτσι γλυκό;

– Έτσι είναι μοναχέ μου κι ακριβέ μου, το ψωμί της Καθαρής Δευτέρας για κείνους που δεν τρώνε καθόλου όλη την μέρα…

Και μ’ όλα ταύτα εγώ είχα την ιδέα ότι μου το ‘ χε ζυμώσει με μέλι το ψωμί εκείνο η μάνα μου, για να με ικανοποιήσει για το γέλιο των περδικαύγων, που μού ‘χε κάνει εκείνο το πρωί.

Χρήστος Χριστοβασίλης (1861-1937, συγγραφέας και δημοσιογράφος, εκπρόσωπος της ηρωικής και βουκολικής λογοτεχνίας και σημαντική μορφή της λογοτεχνίας της Ηπείρου κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα)












Saturday, September 26, 2020

Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Barry Strauss, The Battle of Salamis


Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδ’, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων νυν υπέρ πάντων αγών.

Εμπρός, τέκνα των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα ιερά των πατρογονικών θεών σας, τους τάφους των προγόνων σας τώρα ο αγώνας είναι για τα πάντα.

Ο παιάνας των Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, όπως τον αναφέρει ο Πέρσης αγγελιοφόρος στον στίχο 402 της τραγωδίας "Πέρσες" - το σπουδαιότερο αντιπολεμικό έργο του Αισχύλου. Θεωρείται η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία. Επίσης είναι η πρώτη τραγωδία που αντλεί τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα (και μάλιστα μόνο κατά επτά χρόνια προγενέστερα από την παρουσίασή της στο κοινό): πραγματεύεται την οδύνη των Περσών όταν πληροφορούνται για τη συντριπτική ήττα τους στη Σαλαμίνα.


Tuesday, July 17, 2018

words are unnecessary

"painted" cliffs, Samothraki 2018


Words are very unnecessary
...
Feelings are intense
Words are trivial
Pleasures remain
So does the pain
Words are meaningless
And forgettable 
...

Martin Gore [Enjoy the silence, 1990]

Wednesday, June 7, 2017

Τέλλος Άγρας

Ο Τέλλος Άγρας με συμπολεμιστές του στη λίμνη των Γιαννιτσών

Νέμας μάικα, ζλάτνο τσέτνο, να τα πλάτσι; (Δεν έχεις μάνα, γλυκό παιδί, για να σε κλάψει;)
Νέμας σέστρα, ντα τα ζάλια; (Δεν έχεις αδερφή, να σε πενθήσει;)
Κάκβα ιζλαζάγια; (Πώς σε ξεγέλασαν;)
Κάκβα ντονισέα ντα βα ουμπέσατ να ουρέχουτ; (Πώς σ' έφεραν εδώ και σε κρέμασαν στην καρυδιά;)
Ντα βα ντόνσατ να τσούζντι μέστου (να σε φέρουν σε ξένη γη)
τσούζντι μάικι ντα πλάκατ (ξένες μάνες να σε κλάψουν)
τσούιντι σέστρι ντα βα ρέντατ. (ξένες αδερφές να σε μοιρολογήσουν)

Σλαβόφωνο μοιρολόι για τον θάνατο του Τέλλου Άγρα, που με ύπουλο τρόπο συνελήφθη από κομιτατζήδες και απαγχονίστηκε μαζί με τον Αντώνη Μίγγα στις 7 Ιουνίου 1907, σε μια καρυδιά μεταξύ των χωριών Τέχοβο (Καρυδιά) και Βλάδοβο (Άγρας).

Ο Τέλλος Άγρας καταγόταν από τους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Σαράντος Αγαπηνός. 


Saturday, March 7, 2015

των μικρών ανθρώπων το φυλλοκάρδι

Βούλα Παπαϊωάννου - η φωτογράφος του άμαχου πληθυσμού

... μα λογαριάζανε κιόλας αυτοί - όπως κάναν και πρώτα και κάθε φορά κι ίσαμε τώρα - λογαριάζαν αυτοί, σε ποιον απ' όλους που πολεμούσαν να τα δώσουνε τα κλειδιά του Κάστρου και να τον δεχτούνε "υπτίαις χερσίν, μετά μεγίστων κρότων και ευφημιών", όπως είτανε το συνήθειο τους για να κρατήσουν τα χτήματα που 'χαν απ' έξω, τα χρυσάφια και τα προνόμια που 'χανε μέσα. Έξω απ' το Κάστρο και μέσα σ' αυτό έτρεμε πάλι των μικρών ανθρώπων το φυλλοκάρδι, αυτοί μαρτυρούσαν κ' οι αθώες ψυχούλες χανόνταν αμέτρητες. Και τ' αγιασμένο χέρι του χρονογράφου που τα 'βλεπε, έγραφε τότε τρεμάμενο "δάκρυσι δε ταύτα γέγραφα, ου μέλανι" - δεν τα 'γραψα με μελάνι, με τα δάκρυά μου τα 'γραψα τούτα που γράφω ...

Δημήτρης Χατζής [Η θεία μας η Αγγελική, από Το τέλος της μικρής μας πόλης, 1963]

Με ευχαριστίες στην Άντζελα

Wednesday, October 15, 2014

Φως

Φως. Μονή Αγίου Γεωργίου / © I.A. Daglis

Φως ιλαρόν αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ. Ελθόντες επί την ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Θεόν. Άξιόν Σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς οσίαις. Υιε Θεού, ζωήν ο διδούς· διο ο κόσμος Σε δοξάζει.

Πρωτοχριστιανικός ύμνος

Saturday, July 12, 2014

Ρωμιοσύνη

© Oksana Badio

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις — εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.

Γιάννης Ρίτσος [Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1968-1970]

Sunday, July 6, 2014

Ανάφη

Ανάφη 2013


... τότε ο Παιάν, ο μακροβόλος, όντας εκεί κοντά, απ’ τη βραχώδη Δήλο έριξε βέλος κι απ’ αυτό, στη μέση των Σποράδων, νησί αναφάνηκε. Γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι μαζί, που κατοικούν τριγύρω, την αποκαλούν Ανάφη ...

θεινόμενοι βαρυηχέϊ κύματι πόντου
ρίμφα τε κυανέησι βαρυνόμενοι νεφέλησιν,
ηλπόμεθα σκοπέλοισι Μελαντίοισιν έχεσθαι
νήα θοήν. Παιάν δ' άρ' εκηβόλος αγχόθι ναίων,
Δήλου από κραναής ήκεν βέλος, εκ δ' ανέφηνεν
μεσσάτιον Σποράδων, Ανάφην δε ε πάντες οπίσσω
νήσον κικλήσκουσι περικτίονες άνθρωποι.

Ορφικά, Αργοναυτικά

ευχαριστίες στον Ιβάν και στον Γιατρό

Tuesday, June 10, 2014

Oradour and Distomo

German troops in front of buildings set ablaze in Distomo, during the massacre

A double crime anniversary: 70 years from the June 10, 1944, massacres of Oradour-sur-Glane in France and Distomo in Greece, by German Waffen-SS units. 

German courts, citing the 1961 bilateral agreement concerning enforcement and recognition of judgments between Germany and Greece, and Section 328 of the German Code of Civil Procedure, rejected the decision of the Greek High Court in favor of reparation claims of Distomo victims' relatives, because "Greece does not have jurisdiction with regard to the actions in question, which were sovereign acts by a state (i.e. the German state)". Thus, for the sake of saving money, German courts transferred the massacre responsibility from the SS-units to the German state ...! Impressive ... 

In more detail: 
In October 1997, the Court of First Instance in Livadia ruled in favor of over 250 relatives of the Distomo massacre victims, ordering the German state to pay approximately €28 million in damages for the 1944 atrocity. 
The Greek Supreme Civil and Criminal Court (Areios Pagos) upheld this ruling on 4 May 2000, affirming that Germany could be held liable. The Court rejected Germany’s claim of state immunity, reasoning that such grave violations of peremptory norms (jus cogens) could not be classified as sovereign acts; thus, immunity did not apply.
Despite the victorious ruling, enforcement within Greece was blocked by law: Article 923 of the Greek Code of Civil Procedure requires prior consent from the Minister of Justice to serve a judgment against a foreign state — permission which was never granted. 
Germany challenged the decision in German and European courts, which were unfavorable:
- All German courts rejected the claims, citing state immunity and a 1961 bilateral treaty
- The European Court of Human Rights also declined to hear the case in 2011, ruling it inadmissible .

The church where the women and children of Oradour were burnt to death

Sunday, April 27, 2014

Μακρυγιάννης


150 χρόνια από τον θάνατο του Μακρυγιάννη

Την παλιά συνοικία του Μακρυγιάννη την ξέρουν όλοι οι Αθηναίοι. Τη δράση του αγωνιστή του '21, του πρωτεργάτη της Γ' Σεπτεμβρίου και του κατάδικου των στρατοδικείων του Όθωνα, την ξέρουν όσοι μελέτησαν τα χρονικά της Επανάστασης και της βαυαροκρατίας. Είναι όμως λιγοστοί εκείνοι που πρόσεξαν πως ο Μακρυγιάννης μας άφησε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο - την ιστορία της ζωής του - ίσως επειδή ήταν ένας αγράμματος.

Τον Μακρυγιάννη των Απομνημονευμάτων τον αγάπησαν πραγματικά μερικοί νέοι που άρχισαν να δημοσιεύουν ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή. Δε νομίζω πως θα γελαστώ πολύ αν προσθέσω πως η φωνή του μπαίνει δειλά και ψιθυριστά στην ελληνική ζωή ανάμεσα στα 1925 και στα 1935. Κι αυτό δεν μπορούσε να φανεί στο πλατύ κοινό. Οι νέοι που μεγάλωσαν στον περασμένο παγκόσμιο πόλεμο και ήταν ακόμη στην ακμή της ηλικίας τους όταν άρχισε η σημερινή κρίση, δεν πρόφτασαν ούτε το έργο τους να ωριμάσουν ούτε να αποκαταστήσουν τη δική τους ιεραρχία πνευματικών αξιών όπως την ήθελαν. Και όμως είναι γνωστό σε όσους ενδιαφέρθηκαν να παρακολουθήσουν τα ελληνικά ρεύματα στα μεσοπολεμικά εκείνα χρόνια, πως με τη μικρασιατική καταστροφή αρχίζει στον τόπο μας μια περίοδος ιδεολογικών ισολογισμών και μετατροπών που μπορεί να παραβληθεί με την περίοδο, της αναμόρφωσης που ακολούθησε τον πόλεμο του '97. Τις προσπάθειες αυτές τις σκέπασε ή τις ετοιμάζει οξύτερες ο σημερινός αγώνας. Γι’ αυτό και ο Μακρυγιάννης, που βρήκε μια φορά το δρόμο της καρδιάς των νέων, θα πρέπει να περιμένει να καθαρίσει πάλι ο ουρανός για να πάρει τη θέση που του αξίζει.

Αισθάνομαι - και πιστεύω πως το αισθανόσαστε και σεις - ότι με τέτοιες συνθήκες μου είναι δύσκολο, μέσα στο διάστημα μιας σύντομης ομιλίας, να σας πείσω για τη σημασία του βιβλίου του Μακρυγιάννη, ή τουλάχιστο να σας δείξω το μονοπάτι που ακολούθησα για να νιώσω ένα τόσο αγνοημένο έργο. Είμαι, με κάποιον τρόπον, ο πρώτος μάρτυρας που ακούτε για μιαν άγνωστη υπόθεση. Έτσι θα ήθελα να σας παρακαλέσω να προσέξετε χωρίς προκατάληψη τις λίγες περικοπές που θα σας διαβάσω από το κείμενο του Μακρυγιάννη και να μου δώσετε την καλή σας προαίρεση.

Ωστόσο υπάρχει κάτι που μου αλαφραίνει την καρδιά, τώρα που καταπιάνομαι να διατυπώσω την ιδέα μου για αυτή την ιδιότυπη συγγραφή. Εσείς που είχατε το ενδιαφέρον να 'ρθείτε να μ’ακούσετε, μου δίνετε την ευκαιρία να ξεπληρώσω ένα παλιό χρέος που με βαραίνει από χρόνια. Από τα '26, που έπεσαν στα χέρια μου τα Απομνημονεύματα, ως τα σήμερα, δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση. Με συντρόφεψαν σε ταξίδια και σε περιπλανήσεις, με φώτισαν ή με παρηγόρησαν σε χαρούμενες και σε πικρές στιγμές. Στον τόπο μας, όπου είμαστε τόσο σκληρά κάποτε αυτοδίδακτοι, ο Μακρυγιάννης στάθηκε ο πιο ταπεινός αλλά και ο πιο σταθερός διδάσκαλός μου.

Πίστευα πάντα πως θα βρισκότανε κάποια ευκαιρία να του δώσω ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου. Κατά παράξενη σύμπτωση, την ευκαιρία μου τη δίνετε σεις· μου τη δίνει το ελληνικό στρατόπεδο της Μέσης Ανατολής· μου τη δίνουν οι Έλληνες της Αιγύπτου. Σε μια στιγμή που κοιτάζουμε και συλλογιζόμαστε και προσπαθούμε να διακρίνουμε το πεπρωμένο του ελληνισμού μέσα από την καταιγίδα και πέρα από την πλατιά στροφή που κάνει στα χρόνια μας η ιστορία του κόσμου -ποιος ξέρει, μπορεί να υπάρχει ένα κρυφό νόημα σ’αυτή τη σύμπτωση. Στους καιρούς μας όπου ο αγώνας, το αίμα, ο πόνος και η δίψα της δικαιοσύνης απογυμνώνει τις ψυχές από τα πρόσκαιρα ναρκωτικά και τις φρεναπάτες· όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια -είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης. Ακούστε τον:

«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν oι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ’αμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες -αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας- ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χονν την επιρροή για ικανότη» (Β' 463).

Έτσι τελειώνει το χειρόγραφό του. Το χειρόγραφο αυτό τυπωμένο, πιάνει πάνω από 460 πυκνές σελίδες μεγάλου σχήματος. O Μακρυγιάννης το αρχίζει στις 26 Φεβρουαρίου 1829, τριάντα δύο περίπου χρονώ, στο Άργος, όπου τον βρίσκουμε «Αρχηγό της εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης», είτε καταγράφοντας παλαιότερα γεγονότα, είτε σημειώνοντας γεγονότα παρόντα σαν ένα ημερολόγιο. Περισσότερο από το μισό είναι γραμμένο, ως φαίνεται, στο Άργος, ως τα 1832. Το συνεχίζει στο Ναύπλιο και στην Αθήνα ως τα 1840, οπότε το κλείνει βιαστικά για να το κρύψει. Η εξουσία έχει υποψίες εναντίον του. «Είχαν μεγάλην υποψίαν από μένα» σημειώνει «και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου βρούνε γράμματα» (Β' 346). Το εμπιστεύεται λοιπόν σ’ένα κουμπάρο, που το παίρνει στην Τήνο. Στα 1844, ύστερα δηλαδή από τη συνωμοσία για το Σύνταγμα, όπου παίζει μεγάλο ρόλο, και τα σεπτεμβριανά, πηγαίνει και το παίρνει· αντιγράφει τις σημειώσεις που κρατούσε στο αναμεταξύ με πολλές προφυλάξεις· «σημείωνα» μας λέει «και είχα έναν τενεκέ και τά 'βαινα μέσα και τά 'χωνα» -γράφει ως τον Απρίλη του 1850, και μετά ένα χρόνο περίπου το συμπληρώνει μ’ έναν πρόλογο και μ’έναν αρκετά μακρύ επίλογο. Η έξοχα μελετημένη έκδοση του Γιάννη Βλαχογιάννη, η μοναδική που έχουμε ως τα σήμερα, δημοσιεύτηκε στα 1907, αφού πέρασε δηλαδή μισός αιώνας που το πολύτιμο αυτό κείμενο έμεινε χαμένο μέσα στ’απόλυτο σκοτάδι.

Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος. Μολονότι έφτασε ως το βαθμό του στρατηγού, δε βαστούσε από τζάκι. Ήτανε παιδί μιας φτωχής οικογένειας τσομπάνηδων και γεωργών της Ρούμελης. Να πως μας μεταδίνει ο ίδιος τη γέννησή του ...

Γιώργος Σεφέρης [Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης, στις «Δοκιμές», 1981]


Sunday, March 9, 2014

Παναγιώτης Δαγκλής

90 χρόνια από τον θάνατο του Παναγιώτη Δαγκλή

Σουλιώτικης  καταγωγής, γιός του αγωνιστή της επανάστασης του 1821 Γεωργίου Δαγκλή, γεννήθηκε στην Αταλάντη το 1853, φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και υπηρέτησε ως αξιωματικός στο πυροβολικό. Μάλιστα ήταν ο εφευρέτης του ορειβατικού πυροβόλου Σνάϊντερ-Δαγκλή. 
 
Το 1907, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά και το κενό ηγεσίας που προέκυψε, ο Παναγιώτης Δαγκλής ανέλαβε τον συντονισμό του στρατιωτικού σκέλους του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Παρμενίων». Ως «Παρμενίων», ο Δαγκλής έφερε στον αγώνα την στρατιωτική πειθαρχία και σχεδιασμό, βοηθώντας τους μαχητές στη Μακεδονία με οδηγίες, πληροφορίες και συντονισμό. Η ηγεσία του εδραίωσε  την επιχειρησιακή δομή που χρησιμοποιήθηκε αργότερα και στους Βαλκανικούς Πολέμους.
 
Ήταν κεντρική φιγούρα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, καθώς αυτός ήταν που το πρωί της 27ης Οκτωβρίου 1912 μπήκε στη Θεσσαλονίκη ως αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο.  

Το 1914 άφησε τον στρατό και εισήλθε στην πολιτική, προσχωρώντας στο Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1915. Έγινε Υπουργός των Στρατιωτικών και υποστήριξε τον Βενιζέλο κατά τη διένεξή του με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο το 1916, συμμετέχοντας με τον Παύλο Κουντουριώτη στην τριανδρία της προσωρινής κυβέρνησης της Εθνικής Άμυνας. 
 
Πέθανε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 1924.

Με τον Ελευθέριο Βενιζέλο



Saturday, January 25, 2014

Abendsonnenschein

Tzoumerka view from the Monastery of Tsouka, January 2014 / © Kostas Giotis

Die Luft ist kühl und es dunkelt,
und ruhig fließt der Arachthos;
der Gipfel des Berges funkelt,
im Abendsonnenschein.
Heinrich Heine [Lorelei, 1822]

Arachthos River as seen from the Monastery of Tsouka, Epirus






Friday, December 13, 2013

Massacre of Kalavryta

Kalavryta, as seen from the memorial site

70 years from the Massacre of Kalavryta
The Massacre of Kalavryta (Greek: Σφαγή των Καλαβρύτων) refers to the extermination of the male population and the subsequent total destruction of the town of Kalavryta, in Greece, by German occupying forces during World War II on 13 December 1943. Aside from the deportation and murder of over 80% of Greece's Jewish population, it is the most serious case of war crimes committed during the Axis occupation of Greece during World War II.
In early December 1943, the German Army's 117th Jäger Division began a mission named Unternehmen Kalavryta (Operation Kalavryta), intending to encircle Greek Resistance guerrilla fighters in the mountainous area surrounding Kalavryta. During the operation, 78 German soldiers, who had been taken prisoner by the guerillas in October, were executed by their captors. The commander of the German division, General Karl von Le Suire reacted with harsh and massive reprisal operations across the region. He personally ordered the "severest measures" – the killing of the male population of Kalavryta – on 10 December 1943.
Operation Kalavryta struck from Patras and Aigion on the Gulf of Corinth and from near Tripolis in central Peloponnese. All "Battle-Groups" were aimed at Kalavryta. Wehrmacht troops burnt villages and monasteries and shot civilians on their way. When they reached the town they locked all women and children in the school and marched all males 12 and older to a hill just overlooking the town. There, the German troops machine-gunned down all of them. There were only 13 male survivors. Over 500 died at Kalavryta. The survivors told their story of survival, saying that after the Germans machine-gunned the crowd, some falling bodies were covered by the dead. This way, when the Germans went through again to finish off those still alive, the few lucky ones escaped the coup-de-grace. The women and children managed to free themselves from the school, some say after a German soldier took pity on them and let them escape, while the town was set ablaze. The following day the Nazi troops burnt down the Monastery of Agia Lavra, a landmark of the Greek War of Independence.
In total, nearly 700 civilians were killed during the reprisals of Operation Kalavryta. Twenty eight communities – towns, villages, monasteries and settlements – were destroyed. In Kalavryta itself about 1,000 houses were looted and burned and more than 2,000 livestock were seized by the Germans.
Today the Place of Sacrifice is kept as a memorial site and the events are commemorated every December. War reparations was paid in 1960 (115 million deutschemarks), Greece accepted the payment and agreed not to come with any more claims. Greece has however since then demanded more money, claiming they did not get all that they had asked for. On 18 April 2000, the then-president of the Federal Republic of Germany, Johannes Rau, visited the town of Kalavryta to express his feelings of shame and deep sorrow for the tragedy; however, he didn't accept responsibility on behalf of the German state and did not refer to the issue of reparations. He felt unable to do so as his position is largely a ceremonial one and does not allow the President the ability to raise such matters.

Tuesday, December 10, 2013

Seferis, Nobel Prize in Literature 1963


I feel at this moment that I am a living contradiction. The Swedish Academy has decided that my efforts in a language famous through the centuries but not widespread in its present form are worthy of this high distinction. It is paying homage to my language - and in return I express my gratitude in a foreign language. I hope you will accept the excuses I am making to myself.

I belong to a small country. A rocky promontory in the Mediterranean, it has nothing to distinguish it but the efforts of its people, the sea, and the light of the sun. It is a small country, but its tradition is immense and has been handed down through the centuries without interruption. The Greek language has never ceased to be spoken. It has undergone the changes that all living things experience, but there has never been a gap. This tradition is characterized by love of the human; justice is its norm. In the tightly organized classical tragedies the man who exceeds his measure is punished by the Erinyes. And this norm of justice holds even in the realm of nature.

«Helios will not overstep his measure»; says Heraclitus, «otherwise the Erinyes, the ministers of Justice, will find him out». A modern scientist might profit by pondering this aphorism of the Ionian philosopher. I am moved by the realization that the sense of justice penetrated the Greek mind to such an extent that it became a law of the physical world. One of my masters exclaimed at the beginning of the last century, «We are lost because we have been unjust» He was an unlettered man, who did not learn to write until the age of thirty-five. But in the Greece of our day the oral tradition goes back as far as the written tradition, and so does poetry. I find it significant that Sweden wishes to honour not only this poetry, but poetry in general, even when it originates in a small people. For I think that poetry is necessary to this modern world in which we are afflicted by fear and disquiet. Poetry has its roots in human breath - and what would we be if our breath were diminished? Poetry is an act of confidence - and who knows whether our unease is not due to a lack of confidence?

Last year, around this table, it was said that there is an enormous difference between the discoveries of modern science and those of literature, but little difference between modern and Greek dramas. Indeed, the behaviour of human beings does not seem to have changed. And I should add that today we need to listen to that human voice which we call poetry, that voice which is constantly in danger of being extinguished through lack of love, but is always reborn. Threatened, it has always found a refuge; denied, it has always instinctively taken root again in unexpected places. It recognizes no small nor large parts of the world; its place is in the hearts of men the world over. It has the charm of escaping from the vicious circle of custom. I owe gratitude to the Swedish Academy for being aware of these facts; for being aware that languages which are said to have restricted circulation should not become barriers which might stifle the beating of the human heart; and for being a true Areopagus, able «to judge with solemn truth life's ill-appointed lot», to quote Shelley, who, it is said, inspired Alfred Nobel, whose grandeur of heart redeems inevitable violence.

In our gradually shrinking world, everyone is in need of all the others. We must look for man wherever we can find him. When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: «Man». That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.

50 years from
Giorgos Seferis' speech at the Nobel Banquet at the City Hall of Stockholm, December 10, 1963

Monday, October 28, 2013

Μια άλλη ματιά στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο


Από το βιβλίο της Ελένης Δημητρίου 
"Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος ως προσωπικό βίωμα - Ημερολόγια Ελλήνων στρατιωτών", 2011

Νύχτα 10 προς 11 Νοεμβρίου 1940
Το κουφάρι του άλλου [Ιταλού] εκεί μπροστά μας κατάχαμα! Άχνιζαν ακόμα τα αίματα πάνω στη χλαίνη του και γύρω του! Ανατρίχιασα στο αντίκρισμά του, κάτω από το φως του φεγγαριού! Ως τούτη τη στιγμή δεν είχα ξαναδεί σκοτωμένο! Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε! Κρίμα το παιδί, σκέφτηκα. Ήταν δεν ήταν είκοσι πέντε χρόνων το Ιταλόπαιδο! Αργότερα μια μάνα Ιταλίδα, σαν μάθει για το χαμό του γιου της, θα κλάψει απαρηγόρητα. Και ίσως να μη μάθει ποτέ πού, πώς και πότε χάθηκε το παλικάρι της. 
Λεωνίδας Πουρναρόπουλος 

Πρώτη φορά αντικρύζω σκοτωμένους και με πιάνει φρίκη ... γιατί να θυσάζεται τόσος κόσμος; Γιατί να αφαιρούμε τη ζωή των συνανθρώπων μας; Με ποιο δικαίωμα το κάνουμε; ... γιατί όλα αυτά; Πώς θα ήθελα να είχα τη δύναμι, αυτή τη στιγμή, να ξαναδώσω ζωή σε αυτά τα ματωμένα πτώματα, για να προλάβω την κακή είδησι, που θα πάει στους δικούς τους. Εμείς επί τέλους έχουμε δικαιολογία και μάλιστα σοβαρή. Ήρθαν να καταλάβουν την Πατρίδα μας. Είμαστε αμυνόμενοι. Δεν προκαλέσαμε τον πόλεμο. Δεν επιτεθήκαμε πρώτοι. Αλλά γιατί να γίνωνται οι πόλεμοι; Γιατί κάθε τόσο να σκοτώνεται τόσος κόσμος; Ανεξάρτητα από αυτές τις σκέψεις, αισθάνθηκα την ανάγκη κλείνοντας για λίγο τα μάτια, που έχουν γεμίσει δάκρυα, να προσευχηθώ στο Θεό ν' αναπαύσει τις ψυχές αυτών που χάθηκαν, είτε είναι δικοί μας, είτε εχθροί και να με συγχωρέσει για το κακό, που πιθανόν να έκαμα και με τα ίδια μου τα χέρια.
Ντίνος Μαγγιοράκος