To All Things There is a Time and Season - Τοις πάσιν ο χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν
Σήμερα ανακάλυψα τυχαία ότι το αγαπημένο μου τραγούδι "Turn, turn, turn" των Byrds είναι αντιγραφή της αρχής του τρίτου κεφαλαίου του Εκκλησιαστή. "Ποτέ δεν είναι αργά" λοιπόν και "γηράσκω αεί διδασκόμενος".
To everything - turn, turn, turn There is a season - turn, turn, turn And a time to every purpose under heaven
A time to be born, a time to die A time to plant, a time to reap A time to kill, a time to heal A time to laugh, a time to weep
To everything - turn, turn, turn There is a season - turn, turn, turn And a time to every purpose under heaven
A time to build up, a time to break down A time to dance, a time to mourn A time to cast away stones A time to gather stones together
To everything - turn, turn, turn There is a season - turn, turn, turn And a time to every purpose under heaven
A time of love, a time of hate A time of war, a time of peace A time you may embrace A time to refrain from embracing
To everything - turn, turn, turn There is a season - turn, turn, turn And a time to every purpose under heaven
A time to gain, a time to lose A time to rend, a time to sew A time for love, a time for hate A time for peace, I swear it's not too late!
Τοις πάσιν ο χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι το πεφυτευμένον καιρός του αποκτείναι και καιρός του ιάσασθαι καιρός του καθελείν και καιρός του οικοδομήσαι καιρός του κλαύσαι και καιρός του γελάσαι καιρός του κόψασθαι και καιρός του ορχήσασθαι καιρός του βαλείν λίθους και καιρός του συναγαγείν λίθους καιρός του περιλαβείν και καιρός του μακρυνθήναι από περιλήψεως καιρός του ζητήσαι και καιρός του απολέσαι καιρός του φυλάξαι και καιρός του εκβαλείν καιρός του ρήξαι και καιρός του ράψαι καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν καιρός του φιλήσαι και καιρός του μισήσαι καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης
Η είσοδος στην Ιερουσαλήμ - Giotto di Bondone (1267-1337)
Χαιρέτισαν με βάγια τον ερχομό του έρωτα. Έπειτα οι ίδιοι τον σταύρωσαν τον τρύπησαν με τη λόγχη τον πότισαν χολή και ξύδι τον εξομοίωσαν με τους ληστές. Kαι πάλι περίμεναν πως θ' αναστηθεί για χάρη τους.
Η θαυμάσια θεατρική παράσταση "Εγώ κι Εσύ" έχει συνεχείς αναφορές στο έργο του σπουδαίου Αμερικανού ποιητή Walt Whitman. Καταπληκτική η ερμηνεία της Λήδας Κουτσοδασκάλου.
To me, every hour of the light and dark is a miracle, Every inch of space is a miracle, Every square yard of the surface of the earth is spread with the same, Every cubic foot of the interior swarms with the same; Every spear of grass-the frames, limbs, organs, of men and women, and all that concerns them, All these to me are unspeakably perfect miracles. To me the sea is a continual miracle; The fishes that swim-the rocks-the motion of the waves-the ships, with men in them, What stranger miracles are there?
Τη χρονιά την κάνουμε εμείς καλή, δεν είναι από μόνη της. Όπως ακριβώς η συμπεριφορά μας δεν καθορίζεται από τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά από τις εσωτερικές αποφάσεις.
"Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης βλέπαμε κάποιους από τους συντρόφους μας να συμπεριφέρονται σαν γουρούνια, ενώ άλλοι συμπεριφέρονταν σαν άγιοι. Ο άνθρωπος φέρει μέσα του και τις δύο αυτές δυνατότητες· ποια από τις δύο θα πραγματοποιηθεί εξαρτάται από τις αποφάσεις του και όχι από τις συνθήκες".
Every day, think as you wake up, today I am fortunate to be alive, I have a precious human life, I am not going to waste it. I am going to use all my energies to develop myself, to expand my heart out to others; to achieve enlightenment for the benefit of all beings. I am going to have kind thoughts towards others, I am not going to get angry or think badly about others. I am going to benefit others as much as I can.
Τα τρία πρώτα βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας προσευχόμαστε όλοι με την ακολουθία του Νυμφίου. Οι ακολουθίες της εκκλησίας μας προσφέρονται σαν ένα όμορφο δώρο.
Ένα δώρο που μας δίνει χαρά, ευχαριστεί τις αισθήσεις, μας συγκινεί συναισθηματικά, ομορφαίνει την ζωή μας.
Μας προσφέρονται όμως κυρίως, για έναν άλλο λόγο. Για να γίνουν το κατάλληλο όχημα που θα μας οδηγήσει στο να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας, τη σχέση μας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Το πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο φαίνεται ξεκάθαρα στο κείμενο του π. Φιλόθεου Φάρου, που ακολουθεί, από το βιβλίο του «Πριν και μετά το Πάσχα».
π. Νικόλαος Δουλιγέρης
"Ήδη από την πρώτη ημέρα της Μ. Εβδομάδος έχει εισαχθεί το θέμα του Χριστού νυμφίου που έρχεται "εν τω μέσω της νυκτός", όπως και στην παραβολή των δέκα παρθένων, και όποιον βρίσκει "γρηγορούντα" τον συμπεριλαμβάνει στο νυμφώνα, στη βασιλεία Του, ενώ αποκλείει εκείνον που τον βρίσκει "ραθυμούντα".
Ο νυμφίος έρχεται πάντοτε, κάθε ήμερα και κάθε στιγμή της ζωής μας. Κάθε στιγμή της ζωής μας ο Θεός μας προσφέρει μια ανεπανάληπτη και μοναδική ευκαιρία για να Τον πλησιάσουμε.
Κάθε ευκαιρία που χάνουμε, τη χάνουμε για πάντα γιατί ποτέ δεν θα ξαναγυρίσει. Θα μας δοθούν άπειρες καινούργιες ευκαιρίες, αλλά ποτέ δεν θα ξανάρθει μια ευκαιρία που χάσαμε.
Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να δείξουμε ευαισθησία στον άνθρωπο που βρίσκεται πλάι μας και περνάει μια δύσκολη στιγμή, κάποτε μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να δείξουμε κατανόηση και συγκατάβαση στον άνθρωπο που φέρεται άδικα και άπρεπα, αλλά επειδή τον πιέζει κάποια εσωτερική αγωνία. Κάποτε ό νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να πούμε έναν καλό λόγο για κάποιον άνθρωπο ή σε κάποιον άνθρωπο, ή να μην πούμε κακό εναντίον του.
Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να έλθει με την ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε με ανθρωπιά έναν ταλαιπωρημένο πολίτη που ζητάει κάποια εξυπηρέτηση στη δημόσια υπηρεσία που εργαζόμαστε. Κάποτε ο νυμφίος μπορεί να είναι για τους γονείς ο έφηβος γιος ή κόρη τους που ζητάει χώρο για να αναπτύξει την προσωπική του ταυτότητα και κάποτε μπορεί να είναι ένας πατέρας πού ζητάει, έστω άστοχα αλλά απεγνωσμένα, την αναγνώριση του παιδιού του.
Ο νυμφίος έρχεται με άπειρες τέτοιες καθημερινές ευκαιρίες σε κάθε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας αλλά τις πιο πολλές φορές "εν τω μέσω της νυκτός" σε σχέση με τη δική μας εγρήγορση.
Η νύχτα αυτή δεν είναι εκείνη που φέρνει η δύση του ηλίου αλλά εκείνη που δημιουργούν τα τυφλωμένα μας μάτια, που μόνο την καθημερινότητα της ζωής μπορούν να βλέπουν, έτσι, που να περιορίζεται η πραγματικότητα στο τι και πως και πόσο θα πάρουμε από τους άλλους ή σε βάρος των άλλων."
Μετά την ψυχική δοκιμασία της Αυγουστιάτικης πυρκαγιάς της Αττικής χρειαζόμασταν μια ανάσα αισιοδοξίας και δροσιάς. Τη βρήκαμε στη θαυμάσια έκθεση φωτογραφίας "Στη χώρα των ονείρων" του Αμερικανού φιλέλληνα Robert McCabe, που απεικονίζουν την Ελλάδα του 1950 και 1960.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι το πρόσφατο ή μακρινό παρελθόν ήταν καλύτερο στα πάντα συγκριτικά με το σήμερα, το γεμάτο άγχος (τεχνητό και φυσικό), ρύπανση (εξωτερική και εσωτερική) και αποξένωση. Όχι, δεν πιστεύω ότι το παρελθόν ήταν παράδεισος και το παρόν είναι κόλαση.
Ωστόσο οι φωτογραφίες του Ρόμπερτ Μακέιμπ εκπέμπουν μια παιδική αθωότητα και αφέλεια, από μικρούς και μεγάλους πρωταγωνιστές, που σπάνια συναντάς στις μέρες μας. Η λιτότητα, που συνήθως είναι μάλλον φτώχεια και ανέχεια, διαποτίζει τα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Είναι όμως μια λιτότητα και φτώχεια ανέμελη και γεμάτη αξιοπρέπεια και, ναι, ακόμη και γεμάτη χαρά!
Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της έκθεσης είναι η ανθρώπινη τρυφερότητα, που είναι παρηγοριά και χάδι για τα χορτάτα από πλούτο, πληθώρα και επίδειξη (υλική και άυλη) μάτια μας. Να τη δείτε αυτήν την έκθεση. Να τη ρουφήξετε.
Στην εποχή μας, έχουμε πάρει αποστάσεις ασφαλείας από το τελετουργικό του πένθους. Αρνούμαστε κάθε εξοικείωση με το νεκρό σώμα και παλεύουμε με όλες μας τις δυνάμεις να νικήσουμε τη φθορά και το γήρας, τους πιο κραυγαλέους μπροστάρηδες του Τέλους. Η συνδιαλλαγή με το όριο του χρόνου μας, με τα ανίκητα δεδομένα της ύπαρξης, τη φθορά και τον θάνατο, είναι το κύριο θέμα προς επίλυση.
Η αυτοδικαίωση είναι βαρύ φορτίο επειδή το κουβαλάμε χωρίς σταματημό. Πάντοτε θα παρουσιάζεται κάποια νέα περίσταση ενόψει της οποίας θα χρειάζεται να εδραιώσουμε τη θέση μας, σκάβοντας χαρακώματα υπεράσπισης για το εγώ μας ... η πραγματική κόλαση είναι το να είσαι ανήμπορος να βρεις ανάπαυση από τον μόχθο της υπεράσπισης του εαυτού σου.
Rowan Williams, το μυστικό της ερήμου
(Silence and honey cakes - the wisdom of the desert, 2003)
What do I do With all the children's clothes? Such tiny things That still smell of them And the footprints In the hallway Onto my knees Scrub them away
Steve Wilson, Routine (2015)
Steve Wilson, Routine
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους, τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί – Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια. Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους, είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι. Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα χωρίς κανείς να το μαλώσει’ σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα, εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. Τότε ολόγυρα μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα να ζεσταθούνε’ και λίγο πιο πέρα ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του. Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας, πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια, ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ’ έξω. Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα, τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ’ το σπίτι τους, κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο, υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα ακούνε οι γονείς το χτύπημα’ αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα. Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους. Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της, χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη, χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της – ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε. Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη γιατί, για ό,τι γίνεται ‘κείνο που λείπει, φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη. Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη. Τι ‘ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη; Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ’ αγαπημένα πρόσωπα που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν, την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε, μα όλες τις νύχτες ‘κείνη η πόρτα ανοιχτή χτυπάει απ’ τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει. Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε. Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή – να συμμαχήσουμε. Αν είναι το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ’ αρνηθούμε να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. Αυτός ο νέος ίσως μια μέρα και να σ’ αγαπούσε. Ετούτα τα κορίτσια ίσως και θα ΄ταν φιλενάδες σου. Σε τούτο το σχολείο θα πήγαινες μεθαύριο. Κι έτσι μέσα στη νύχτα που φεύγουμε ξένοι, μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια, κάτω από γλόμπους χωρίς αχτίνες σαν κλεισμένα χέρια, μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ’ το παλιό μπαλκόνι εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ’ εμάς’ μια πόρτα μισανοιγμένη, ξαγρυπνάει για ΄μας κι αυτός ο ξύλινος πάγκος παρατημένος καταμεσής στην ερημιά, εμάς περίμενε να καθίσουμε, ξέροντας πως κάπου εκεί, σ’ ένα μοναχικό παράθυρο, κρεμασμένο ψηλά στη νύχτα, εσύ, πίσω απ’ το δαντελένιο κουρτινάκι, περιμένεις να σου χαμογελάσουμε.
Με το χέρι στην καρδιά: πόση διάθεση έχουμε οι κάθε αποχρώσεως καθωσπρέπει όλων των χώρων και αποχρώσεων (από την "προοδευτική" διανόηση και την τέχνη μέχρι την επιστήμη και τη "συντηρητική" θρησκεία) να συναντήσουμε τους τσαλακωμένους της εποχής μας;
Η Χριστίνα Παπαθέου ξεναγεί στην ομαδική έκθεση "Καθρέφτης" - αφιέρωμα στον Αντρέι Ταρκόφσκι.
Ο άνθρωπος είναι απασχολημένος να κυνηγά φαντάσματα και να προσκυνά είδωλα. Στο τέλος όλα καταλήγουν σ’ ένα, και μάλιστα απλό στοιχείο, το μόνο στο οποίο μπορεί να υπολογίζει στη ζωή του: την ικανότητα να αγαπάει. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αναπτυχθεί μες στη ψυχή και να γίνει ο υπέρτατος παράγοντας που καθορίζει το νόημα της ζωής ενός ανθρώπου. Έργο μου είναι να κάνω το θεατή που βλέπει τις ταινίες μου να συνειδητοποιήσει την ανάγκη του να αγαπάει και να τον αγαπούν, να καταλάβει ότι τον καλεί η ομορφιά κοντά της.
Από το τίποτα που είμαστε, ξαφνικά βγαίνουμε σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο. Στα χρώματα. Δίνω μεγάλη σημασία στα χρώματα. Είναι από τα σημαντικότερα πράγματα στον κόσμο. Πολλές φορές μου έχει συμβεί, όταν με κλείσανε στην απομόνωση, στο απόλυτο σκοτάδι, τη δέκατη μέρα να ξεχνάω τα χρώματα. Να έχω ασπρόμαυρη μνήμη, να μη θυμάμαι το κόκκινο, το κίτρινο - το όνειρό μου δε μπορεί να αναπληρώσει αυτή την απουσία. Αυτό, φαντάσου, το ξέρει και η Ασφάλεια. Μπήκε μια μέρα ο Μπάμπαλης εκεί που ήμουνα: ''Έλα έξω ρε να δεις τα χρώματα'' και μου χτύπησε η καρδιά. Σε μια μεταγωγή με το που είδα από το πίσω άνοιγμα του αυτοκινήτου τα κόκκινα και πράσινα λεωφορεία, αισθάνθηκα μια απέραντη ευδαιμονία. Ερχόμαστε, λοιπόν, στα καταπληκτικά χρώματα της φύσης, τις γεύσεις, τις αισθήσεις, τη ζωή την ίδια με τα πάθη της, και διασχίζουμε μια καμπύλη εβδομήντα - ογδόντα χρόνων για να πάμε πάλι στο τίποτα.
Και σας ρωτάω: πώς πρέπει να ζήσουμε τα μετρημένα χρόνια μας; Πρέπει να τα γευτείς. Πρέπει να τα εξαντλήσεις. Πρέπει με τα μάτια να δεις ό,τι υπάρχει, με το στόμα σου να φας ό,τι υπάρχει, με τα χέρια σου να ψάξεις ό,τι υπάρχει. Αυτό είναι παγανισμός: η λατρεία του υπαρκτού και των αισθήσεων. Για ένα πράγμα δεν έχουμε δικαίωμα: Nα είμαστε δυστυχισμένοι. Πρέπει να διεκδικούμε παντού την ευτυχία μας.
Μίκης Θεοδωράκης Περιοδικό Τέταρτο (1985), Απόσπασμα από συνέντευξη στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο.
Η μέρα της αυταρέσκειας και της ταπείνωσης. Στην εποχή μας η ταπείνωση έχει αρνητική χροιά, ενώ η αυταρέσκεια περισσεύει – σε όλα τα πεδία και σε όλους τους χώρους. Η αυταρέσκεια μάς τυφλώνει και εξαφανίζει την ανεκτικότητα και την ενσυναίσθηση.
Μην με παρεξηγείτε: δεν αναφέρομαι στην αυτοπεποίθηση, που είναι απαραίτητη για να πατάμε σταθερά στη γη και να είμαστε χρήσιμοι στους ανθρώπους γύρω μας.
Η αυταρέσκεια (και αλαζονεία) δεν είναι η δημιουργική αυτοπεποίθηση - είναι η πεποίθηση ότι είμαστε οι μόνοι σωστοί, «ημίθεοι και βάλε», και ότι ο Άλλος, ειδικά αν τα χνώτα του δεν μας ταιριάζουν, είναι «αμαρτωλός», «αμαρτωλός τελώνης», «αγράμματος», «αχάριστος προς την αφεντιά μας», «δεξιός», «αριστερός», «κομμουνιστής», «φασίστας», «αναρχικός» (όλα με εξόχως υποτιμητική χροιά), και σε κάθε περίπτωση ανάξιος λόγου, προσοχής και συνάντησης.