Friday, March 7, 2014

Kronstadt rebellion

1888 German map of Kronstadt bay

The Kronstadt rebellion (Russian: Кронштадтское восстание, tr. Kronshtadtskoye vosstaniye) was a major unsuccessful uprising against the Bolsheviks in March 1921. The rebellion originated in Kronstadt, a naval fortress on Kotlin Island in the Gulf of Finland that served as the base of the Russian Baltic Fleet and as a guardpost for the approaches to Saint Petersburg, 55 kilometres away. It was led by Stepan Petrichenko and consisted of Russian sailors, soldiers and civilians. The Bolshevik government began its attack on Kronstadt on 7 March 1921. Some 60,000 troops under command of Mikhail Tukhachevsky took part in the attack. The workers of Saint Petersburg were under martial law and could offer little support to Kronstadt. There was a hurry to gain control of the fortress before the melting of the bay as it would have made it impregnable for the land army. On March 17, the Bolshevik forces entered the city of Kronstadt. On March 19, the Bolshevik forces took full control of the city of Kronstadt after having suffered fatalities ranging from 527 to 1,412. Although there are no reliable figures for the rebels' battle losses, historians estimate that 1,200 to 2,168 were executed in the days following the revolt.

Red Army troops attack Kronstadt


Ποιός θα με ορίσει όταν θα 'μαι αντίλαλος
που 'φυγε απ'τα στήθη κι έφτασε ως τις Άνδεις
ποιός θα με υποτάξει όταν θα 'χω φυλαχτό
το χαμένο όνειρο του ναύτη της Κροστάνδης


Θανάση Παπακωνσταντίνου - Ποιος θα με θυμάται



Sunday, February 23, 2014

in fire

flamma / I.A. Daglis

Some say the world will end in fire,
Some say in ice.
From what I’ve tasted of desire
I hold with those who favor fire.
But if it had to perish twice,
I think I know enough of hate
To know that for destruction ice
Is also great
And would suffice.

Robert Frost [Fire and Ice, 1920]


Sunday, February 16, 2014

Του Ασώτου

Hieronymus Bosch - The Wayfarer [1516]

Είπε δε· άνθρωπός τις είχε δύο υιούς. Και είπεν ο νεώτερος αυτών τω πατρί· πάτερ, δός μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας· και διείλεν αυτοίς τον βίον. Και μετ' ου πολλάς ημέρας συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζών ασώτως. Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι. Και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους. Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οί χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ. Εις εαυτόν δε ελθών είπε· πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι; αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου.

Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού. έτι δε αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. Είπε δε αυτώ ο υιός- πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου, και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Είπε δε ο πατήρ προς τους δούλους αυτού· εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον εις την χείρα αυτού και υποδήματα εις τους πόδας και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν θύσατε, και φαγόντες ευφρανθώμεν, ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη. Και ήρξαντο ευφραίνεσθαι. Ην δε ο υιός αυτού ο πρεσβύτερος εν αγρώ· και ως ερχόμενος ήγγισε τη οικία, ήκουσε συμφωνίας και χορών και προσκαλεσάμενος ένα των παίδων επυνθάνετο τι είη ταύτα. ο δε είπεν αυτώ ότι ο αδελφός σου ήκει και έθυσεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, ότι υγιαίνοντα αυτόν απέλαβεν. Ωργίσθη δε και ουκ ήθελεν εισελθείν.

Ο ουν πατήρ αυτού εξελθών παρεκάλει αυτόν. ο δε αποκριθείς είπε τω πατρί· Ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον, και εμοί ουδέποτε έδωκας εριφον, ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ. Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έθυσας αυτώ τον μόσχον τον σιτευτόν. ο δε είπεν αυτώ· τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού ει, και πάντα τα εμά σα εστίν· ευφρανθήναι δε και χαρήναι εδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη.

Κατά Λουκά, ιε' 11-32


Saturday, January 25, 2014

Abendsonnenschein

Tzoumerka view from the Monastery of Tsouka, January 2014 / © Kostas Giotis

Die Luft ist kühl und es dunkelt,
und ruhig fließt der Arachthos;
der Gipfel des Berges funkelt,
im Abendsonnenschein.
Heinrich Heine [Lorelei, 1822]

Arachthos River as seen from the Monastery of Tsouka, Epirus






Tuesday, January 14, 2014

masks


Isn't it time to throw off the masks?
(sidewalk in Oslo, Norway)